Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Angestellter
01
υπάλληλος, εργαζόμενος
Person, die in einem Unternehmen arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Angestellte(n)
αρσενικό ενικό
Angestellter
θηλυκό ενικό
Angestellte
neutral form
Angestellte(r)
γενική πτώση
Angestellten
Παραδείγματα
Als Angestellter hat man feste Arbeitszeiten.
LanGeek



























