der angestellter
angestellter
angəʃtɛltɐ
angēshtelt

Ορισμός και σημασία του "angestellter"στα γερμανικά

Der Angestellter
01

υπάλληλος, εργαζόμενος

Person, die in einem Unternehmen arbeitet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Angestellte(n)
αρσενικό ενικό
Angestellter
θηλυκό ενικό
Angestellte
neutral form
Angestellte(r)
γενική πτώση
Angestellten
Παραδείγματα
Als Angestellter hat man feste Arbeitszeiten. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store