der Angestellter
Pronunciation
/ˈanɡəˌʃtɛltɐ/

Ορισμός και σημασία του "angestellter"στα γερμανικά

Der Angestellter
[gender: masculine]
01

υπάλληλος, εργαζόμενος

Person, die in einem Unternehmen arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Angestellten
πληθυντικός τύπος
Angestellte(n)
Παραδείγματα
Als Angestellter hat er Anspruch auf Urlaub.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store