Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aneignen
01
μαθαίνω, αποκτώ
Etwas durch Lernen, Übung oder eigene Anstrengung erwerben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
eignen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
eigne an
γ΄ ενικό πρόσωπο
eignet an
ενεστώτα μετοχή
aneignend
απλός αόριστος
eignete an
παθητική μετοχή
angeeignet
Παραδείγματα
Sie eignete sich die Sprache durch tägliches Üben an.
Αυτή απέκτησε τη γλώσσα μέσω της καθημερινής εξάσκησης.



























