Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anerkennen
01
εκτιμώ, αναγνωρίζω
Etwas oder jemanden wertschätzen oder offiziell bestätigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
erkennen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erkenne an
γ΄ ενικό πρόσωπο
erkennt an
ενεστώτα μετοχή
anerkennend
απλός αόριστος
erkennte an/anerkennt
παθητική μετοχή
anerkannt
Παραδείγματα
Die Firma erkennt gute Leistungen an.
Η εταιρεία αναγνωρίζει τις καλές επιδόσεις.



























