die andeutung
andeutung
andɔɪ̯tʊng
andoytoong

Ορισμός και σημασία του "andeutung"στα γερμανικά

01

υπαινιγμός, υπόδειξη

Eine indirekte oder vage Aussage, die auf etwas hindeutet, ohne es direkt zu nennen 
die Andeutung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Andeutungen
γενική πτώση
Andeutung
Παραδείγματα
Sie machte eine Andeutung über seine Vergangenheit. 

Έκανε μια υπαινιγμό για το παρελθόν του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store