Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Andeutung
[gender: feminine]
01
υπαινιγμός, υπόδειξη
Eine indirekte oder vage Aussage, die auf etwas hindeutet, ohne es direkt zu nennen
Παραδείγματα
Der Chef gab keine klaren Anweisungen, nur Andeutungen.
Ο προϊστάμενος δεν έδωσε σαφείς οδηγίες, μόνο υπαινιγμούς.


























