Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
andeuten
01
αρχίζει να εμφανίζεται, γίνεται εμφανές
Langsam erkennbar werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
deuten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
deute an
γ΄ ενικό πρόσωπο
deutet an
ενεστώτα μετοχή
andeutend
απλός αόριστος
deutete an
παθητική μετοχή
angedeutet
Παραδείγματα
Die Krankheit deutete sich durch Müdigkeit an.
Η ασθένεια εμφανίστηκε μέσω της κούρασης.



























