andeuten
andeuten
andɔʏ̯tən
andawutēn
andenken

Ορισμός και σημασία του "andeuten"στα γερμανικά

andeuten
01

αρχίζει να εμφανίζεται, γίνεται εμφανές

Langsam erkennbar werden 
andeuten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
deuten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
deute an
γ΄ ενικό πρόσωπο
deutet an
ενεστώτα μετοχή
andeutend
απλός αόριστος
deutete an
παθητική μετοχή
angedeutet
Παραδείγματα
Der Frühling deutet sich an. 

Η άνοιξη αρχίζει να φαίνεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store