Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anbau
[gender: masculine]
01
Das Pflanzen und Pflegen von Feldfrüchten
Παραδείγματα
Der Anbau von Obst ist in dieser Region beliebt.
02
προσθήκη, παράρτημα
ein zusätzlicher Gebäudeteil, der an ein bestehendes Gebäude angebaut wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anbaus
πληθυντικός τύπος
Anbauten
Παραδείγματα
Sie planten einen Anbau an das bestehende Gebäude.
Σχεδίασαν μια πρόσθεση στο υπάρχον κτίριο.



























