Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ananas
[gender: feminine]
01
ανανάς, ανανάς
Eine große tropische Frucht mit harter, stacheliger Schale und süßem, saftigem Fruchtfleisch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ananas
πληθυντικός τύπος
Ananass(e)
Παραδείγματα
Der Saft der Ananas ist sehr erfrischend.
Ο χυμός του ανανά είναι πολύ αναζωογονητικός.



























