Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
analysieren
[past form: analysierte]
01
αναλύω, εξετάζω
Etwas systematisch untersuchen, um seine Bestandteile, Struktur oder Funktionsweise zu verstehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
analysiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
analysiert
ενεστώτα μετοχή
analysierend
απλός αόριστος
analysierte
παθητική μετοχή
analysiert
Παραδείγματα
Der Trainer analysierte die Fehler der Mannschaft.
Ο προπονητής ανέλυσε τα λάθη της ομάδας.



























