die amtssprache
amtssprache
amtsʃpʁa:xə
amtsshprakhē

Ορισμός και σημασία του "amtssprache"στα γερμανικά

Die Amtssprache
01

επίσημη γλώσσα, κρατική γλώσσα

Die offiziell festgelegte Sprache eines Staates oder einer Institution, die in Behörden, Gesetzen und offiziellen Dokumenten verwendet wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
amtssprachen
γενική πτώση
amtssprache
Παραδείγματα
Deutsch ist die Amtssprache in Deutschland, Österreich und Teilen der Schweiz. 

Τα γερμανικά είναι η επίσημη γλώσσα στη Γερμανία, την Αυστρία και μέρη της Ελβετίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store