Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amüsieren
[past form: amüsierte]
01
διασκεδάζω, ψυχαγωγούμαι
Sich mit etwas beschäftigen, das Freude und Vergnügen bringt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
amüsiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
amüsiert
ενεστώτα μετοχή
amüsierend
απλός αόριστος
amüsierte
παθητική μετοχή
amüsiert
Παραδείγματα
Sie amüsiert sich immer bei Konzerten.
Αυτή πάντα διασκεδάζει στις συναυλίες.



























