Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aktualisieren
[past form: aktualisierte]
01
ενημερώνω, ανανεώνω
Etwas auf den neuesten Stand bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
aktualisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
aktualisiert
ενεστώτα μετοχή
aktualisierend
απλός αόριστος
aktualisierte
παθητική μετοχή
aktualisiert
Παραδείγματα
Wir sollten die Webseite heute noch aktualisieren.
Πρέπει να ενημερώσουμε τον ιστότοπο σήμερα.



























