die Aktie
Pronunciation
/ˈakʦi̯ə/

Ορισμός και σημασία του "aktie"στα γερμανικά

Die Aktie
[gender: feminine]
01

μετοχή, μερίδιο

Ein Anteil an einer Firma
die Aktie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aktie
πληθυντικός τύπος
Aktien
Παραδείγματα
Die Aktie ist Teil des Börsenhandels.
Η μετοχή είναι μέρος της χρηματιστηριακής αγοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store