Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aktie
[gender: feminine]
01
μετοχή, μερίδιο
Ein Anteil an einer Firma
Παραδείγματα
Die Aktie ist Teil des Börsenhandels.
Η μετοχή είναι μέρος της χρηματιστηριακής αγοράς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μετοχή, μερίδιο