die aktie
aktie
akt͡si̯ə
aktsiē

Ορισμός και σημασία του "aktie"στα γερμανικά

01

μετοχή, μερίδιο

Ein Anteil an einer Firma 
die Aktie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aktien
γενική πτώση
Aktie
Παραδείγματα
Ich kaufe Aktien von großen Unternehmen. 

Αγοράζω μετοχές μεγάλων εταιρειών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store