die Akte
Pronunciation
/ˈaktə/

Ορισμός και σημασία του "akte"στα γερμανικά

Die Akte
[gender: feminine]
01

αρχείο, φάκελος

Gesammelte Dokumente zu einer Person oder Sache
die Akte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Akte
πληθυντικός τύπος
Akten
Παραδείγματα
Die Akte enthält wichtige Informationen.
Το αρχείο περιέχει σημαντικές πληροφορίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store