der affe
a
ˈa
a
ffe

Ορισμός και σημασία του "affe"στα γερμανικά

01

πίθηκος, πρωτεύον

Ein intelligentes, meist baumbewohnendes Säugetier, das für seine Geschicklichkeit und Neugier bekannt ist 
der Affe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Affen
θηλυκό ενικό
Äffin
γενική πτώση
Affen
Παραδείγματα
Der Affe klettert geschickt von Ast zu Ast. 

Ο πίθηκος σκαρφαλώνει επιδέξια από κλαδί σε κλαδί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store