der affekt
affekt

Ορισμός και σημασία του "affekt"στα γερμανικά

01

plötzlich auftretender, heftiger und meist kurz anhaltender Gefühlszustand 

der Affekt definition and meaning
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Affekte
Παραδείγματα
Im Affekt zerriss er den Brief. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store