adäquat
adäquat
adɛkva:t
adekvat

Ορισμός και σημασία του "adäquat"στα γερμανικά

01

κατάλληλος, επαρκής

Passend, angemessen oder den Anforderungen entsprechend 
adäquat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am adäquatesten
συγκριτικός βαθμός
adäquater
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Erwartungen, Situationen
Παραδείγματα
Sein Verhalten war nicht adäquat. 

Η συμπεριφορά του δεν ήταν κατάλληλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store