Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adäquat
01
κατάλληλος, επαρκής
Passend, angemessen oder den Anforderungen entsprechend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am adäquatesten
συγκριτικός βαθμός
adäquater
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Bezahlung war für die Arbeit nicht adäquat.
Η πληρωμή δεν ήταν κατάλληλη για τη δουλειά.



























