Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adressieren
01
απευθύνω, κατευθύνω
Eine Adresse auf einen Brief oder ein Paket schreiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
adressiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
adressiert
ενεστώτα μετοχή
adressierend
απλός αόριστος
adressierte
παθητική μετοχή
adressiert
Παραδείγματα
Er adressiert alle Einladungen selbst.
Αυτός διορθώνει όλες τις προσκλήσεις μόνος του.



























