Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Adresse
[gender: feminine]
01
διεύθυνση, διεύθυνση κατοικίας
Ein Ort, an dem eine Person wohnt oder arbeitet
Παραδείγματα
Die Adresse steht auf dem Briefumschlag.
Η διεύθυνση είναι στο φάκελο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διεύθυνση, διεύθυνση κατοικίας