abwertend
ab
ˈap
απ
wertend
ve:ɐ̯tnt
βετντ
abwesendabweisend

Ορισμός και σημασία του "abwertend"στα γερμανικά

01

υποτιμητικός, περιφρονητικός

Etwas in negativer, herabsetzender Weise ausdrücken 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am abwertendsten
συγκριτικός βαθμός
abwertender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Kommunikation, Bewertung, Verhalten
Παραδείγματα
Seine Kommentare waren abwertend. 

Τα σχόλιά του ήταν υποτιμητικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store