der abstellraum
abstellraum
apʃtɛlʁaʊ̯m
apshtelrawm

Ορισμός και σημασία του "abstellraum"στα γερμανικά

Der Abstellraum
01

αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος

Ein kleiner Raum, in dem Gegenstände oder Vorräte aufbewahrt werden 
der Abstellraum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Abstellraum(e)s
πληθυντικός τύπος
Abstellräume
Παραδείγματα
Im Abstellraum stehen alte Möbel und Kartons. 

Στο αποθηκευτικό δωμάτιο υπάρχουν παλιά έπιπλα και κουτιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store