der abschied
a
ˈa
a
bschied
pʃi:t
pshit

Ορισμός και σημασία του "abschied"στα γερμανικά

01

αποχαιρετισμός, χωρισμός

Das Ende einer Begegnung oder der Akt des Sich-Trennens 
der Abschied definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Abschied(e)s
πληθυντικός τύπος
Abschiede
Παραδείγματα
Der Abschied fiel uns allen schwer. 

Ο αποχαιρετισμός ήταν δύσκολος για όλους μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store