Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abschicken
01
στέλνω, αποστέλλω
Etwas per Post oder Nachricht wegzusenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
schicken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schicke ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
schickt ab
ενεστώτα μετοχή
abschickend
απλός αόριστος
schickte ab
παθητική μετοχή
abgeschickt
Παραδείγματα
Er hat das Formular per Post abgeschickt.
Έστειλε τη φόρμα ταχυδρομικώς.



























