abschicken
abschicken
apʃɪkng
apshikng
abschmeckenabschreckenabschießenabschieben

Ορισμός και σημασία του "abschicken"στα γερμανικά

abschicken
01

στέλνω, αποστέλλω

Etwas per Post oder Nachricht wegzusenden 
abschicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
schicken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schicke ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
schickt ab
ενεστώτα μετοχή
abschickend
απλός αόριστος
schickte ab
παθητική μετοχή
abgeschickt
Παραδείγματα
Ich habe den Brief gestern abgeschickt. 

Έστειλα το γράμμα χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store