Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abschaffen
01
καταργώ, ακυρώνω
Etwas offiziell beenden oder außer Kraft setzen, sodass es nicht mehr existiert oder gültig ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
schaffen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schaffe ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
schafft ab
ενεστώτα μετοχή
abschaffend
απλός αόριστος
schaffte ab
παθητική μετοχή
abgeschafft
Παραδείγματα
Die Todesstrafe wurde in vielen Ländern abgeschafft.
Η θανατική ποινή έχει καταργηθεί σε πολλές χώρες.



























