abrunden
Pronunciation
/ˈapˌʁʊndn̩/

Ορισμός και σημασία του "abrunden"στα γερμανικά

abrunden
01

στρογγυλοποίηση προς τα κάτω, περικοπή

Eine Zahl mathematisch auf die nächstniedrigere Ganzzahl oder eine bestimmte Dezimalstelle reduzieren
abrunden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
runden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
runde ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
rundet ab
ενεστώτα μετοχή
abrundend
απλός αόριστος
rundete ab
παθητική μετοχή
abgerundet
Παραδείγματα
Die Bank rundet den Betrag auf volle Euro ab.
Η τράπεζα στρογγυλοποιεί το ποσό προς τα κάτω σε πλήρη ευρώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store