die abrechnung
ab
ˈap
απ
rech
ʁɛç
ρεχ
nung
nʊng
νουνγκ

Ορισμός και σημασία του "abrechnung"στα γερμανικά

Die Abrechnung
01

εξόφληση, διευθέτηση

Endgültige Zahlung oder Ausgleich von Forderungen 
die Abrechnung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Abrechnungen
γενική πτώση
Abrechnung
Παραδείγματα
Die monatliche Abrechnung der Nebenkosten erfolgt im Januar. 

Η μηνιαία διακανονισμός των κοινόχρηστων γίνεται τον Ιανουάριο.

02

κρατήσεις, αφαίρεση

Einbehalt von Beträgen vom Lohn 
Παραδείγματα
Die Abrechnung der Sozialversicherung erfolgt automatisch. 

Η κράτηση της κοινωνικής ασφάλισης γίνεται αυτόματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store