Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Abrechnung
01
εξόφληση, διευθέτηση
Endgültige Zahlung oder Ausgleich von Forderungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Abrechnungen
γενική πτώση
Abrechnung
Παραδείγματα
Die monatliche Abrechnung der Nebenkosten erfolgt im Januar.
Η μηνιαία διακανονισμός των κοινόχρηστων γίνεται τον Ιανουάριο.
02
κρατήσεις, αφαίρεση
Einbehalt von Beträgen vom Lohn
Παραδείγματα
Die Abrechnung der Sozialversicherung erfolgt automatisch.
Η κράτηση της κοινωνικής ασφάλισης γίνεται αυτόματα.
LanGeek



























