Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Abneigung
01
απέχθεια, απώθηση
Ein starkes Gefühl von Abstoßung oder Ablehnung gegenüber etwas oder jemandem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Abneigung
Παραδείγματα
Er hat eine Abneigung gegen laute Musik.
Έχει απέχθεια για τη δυνατή μουσική.



























