die abneigung
ab
ˈap
απ
nei
naɪ
ναι
gung
gʊng
γκουνγκ
abzweigung

Ορισμός και σημασία του "abneigung"στα γερμανικά

01

απέχθεια, απώθηση

Ein starkes Gefühl von Abstoßung oder Ablehnung gegenüber etwas oder jemandem 
die Abneigung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Abneigung
Παραδείγματα
Er hat eine Abneigung gegen laute Musik. 

Έχει απέχθεια για τη δυνατή μουσική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store