Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abnehmen
01
αφαιρώ, βγάζω
Etwas von einer Stelle entfernen oder abheben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt ab
ενεστώτα μετοχή
abnehmend
απλός αόριστος
nahm ab
παθητική μετοχή
abgenommen
Παραδείγματα
Ich habe das Pflaster abgenommen.
Αφαίρεσα το επίδεσμο.
02
χάνω βάρος, αδυνατίζω
Körpergewicht verlieren
Παραδείγματα
Ich versuche, gesund abzunehmen.
Προσπαθώ να χάσω βάρος με υγιεινό τρόπο.
03
μειώνομαι, κατεβαίνω
Weniger werden oder sinken
Παραδείγματα
Die Nachfrage nach dem Produkt nimmt ab.
Η ζήτηση για το προϊόν μειώνεται.



























