Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abnehmen
01
αφαιρώ, βγάζω
Etwas von einer Stelle entfernen oder abheben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt ab
ενεστώτα μετοχή
abnehmend
απλός αόριστος
nahm ab
παθητική μετοχή
abgenommen
Παραδείγματα
Ich nehme meine Jacke ab.
Βγάζω το σακάκι μου.
02
χάνω βάρος, αδυνατίζω
Körpergewicht verlieren
Παραδείγματα
Ich möchte fünf Kilo abnehmen.
Θέλω να χάσω πέντε κιλά.
03
μειώνομαι, κατεβαίνω
Weniger werden oder sinken
Παραδείγματα
Die Temperatur nimmt ab.
Η θερμοκρασία μειώνεται.



























