Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ableiten
01
αποτρέπω, εκτρέπω
etwas von seinem ursprünglichen Verlauf oder Fokus wegführen oder umlenken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
leiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leite ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
leitet ab
ενεστώτα μετοχή
ableitend
απλός αόριστος
leitete ab
παθητική μετοχή
abgeleitet
Παραδείγματα
Der Polizist leitete den Verkehr um.
Ο αστυνομικός απέκλινε την κυκλοφορία.
02
παραγωγίζω, υπολογίζω την παράγωγο
Die Ableitung einer Funktion zu bestimmen
Παραδείγματα
Wir lernen, wie man Funktionen ableitet.
Μαθαίνουμε πώς να παραγωγίζουμε συναρτήσεις.
03
συμπεραίνω, καταλήγω
aus Informationen oder Beobachtungen logisch eine Schlussfolgerung ziehen
Παραδείγματα
Aus den Daten lässt sich ein klarer Trend ableiten.
Από τα δεδομένα μπορεί να συμπερανθεί μια σαφής τάση.



























