ableiten

Ορισμός και σημασία του "ableiten"στα γερμανικά

ableiten
01

αποτρέπω, εκτρέπω

etwas von seinem ursprünglichen Verlauf oder Fokus wegführen oder umlenken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
leiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leite ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
leitet ab
ενεστώτα μετοχή
ableitend
απλός αόριστος
leitete ab
παθητική μετοχή
abgeleitet
Παραδείγματα
Ein Kanal leitet das Regenwasser ab.
Ένα κανάλι εκτρέπει το νερό της βροχής.
02

παραγωγίζω, υπολογίζω την παράγωγο

Die Ableitung einer Funktion zu bestimmen
Παραδείγματα
In der Mathematik ist ableiten eine Grundtechnik der Analysis.
Στα μαθηματικά, η παραγώγιση είναι μια θεμελιώδης τεχνική της ανάλυσης.
03

συμπεραίνω, καταλήγω

aus Informationen oder Beobachtungen logisch eine Schlussfolgerung ziehen
Παραδείγματα
Aus dem Verhalten ließ sich wenig ableiten.
Από τη συμπεριφορά, λίγα μπορούσαν να συμπεράνουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store