Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abholen
01
παίρνω, πηγαίνω να πάρω
Zu einem Ort gehen oder fahren, um eine Person mitzunehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
holen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hole ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
holt ab
ενεστώτα μετοχή
abholend
απλός αόριστος
holte ab
παθητική μετοχή
abgeholt
Παραδείγματα
Ich hole meine Schwester vom Bahnhof ab.
Παίρνω την αδερφή μου από τον σταθμό.
02
παραλαμβάνω, πηγαίνω να πάρω
Etwas an einem bestimmten Ort holen
Παραδείγματα
Ich muss mein Paket bei der Post abholen.
Πρέπει να παραλάβω το δέμα μου στο ταχυδρομείο.
03
συλλαμβάνω, κρατώ
Jemanden festnehmen
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Sie wurden gestern Abend abgeholt.
Συνελήφθησαν χθες το βράδυ.



























