Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abhalten
01
αποτρέπω, εμποδίζω
Jemanden oder etwas davon abhalten, eine Handlung auszuführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält ab
ενεστώτα μετοχή
abhaltend
απλός αόριστος
hielt ab
παθητική μετοχή
abgehalten
Παραδείγματα
Die Sicherheitskräfte hielten Protestierende ab, das Gebäude zu betreten.
Οι δυνάμεις ασφαλείας εμπόδισαν τους διαδηλωτές να εισέλθουν στο κτίριο.



























