abhalten
ab
ˈap
ap
halten
ˌhaltn
haltn
abheftenabschaltenabhärtenabhacken

Ορισμός και σημασία του "abhalten"στα γερμανικά

abhalten
01

αποτρέπω, εμποδίζω

Jemanden oder etwas davon abhalten, eine Handlung auszuführen 
abhalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält ab
ενεστώτα μετοχή
abhaltend
απλός αόριστος
hielt ab
παθητική μετοχή
abgehalten
Παραδείγματα
Die Polizei konnte den Dieb abhalten. 

Η αστυνομία κατάφερε να αποτρέψει τον κλέφτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store