Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abgrenzen
01
αποστασιοποιούμαι, διαχωρίζομαι
Sich bewusst von einer Person, Gruppe oder Idee distanzieren, um eine eigene Identität oder Unabhängigkeit zu betonen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
grenzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
grenze ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
grenzt ab
ενεστώτα μετοχή
abgrenzend
απλός αόριστος
grenzte ab
παθητική μετοχή
abgegrenzt
Παραδείγματα
Nach dem Streit grenzte er sich von seinem Freund ab.
Μετά τη διαμάχη, διαχώρισε τον εαυτό του από τον φίλο του.



























