abgelegen
abgelegen
apgəle:gng
apgēlegng

Ορισμός και σημασία του "abgelegen"στα γερμανικά

01

απομακρυσμένος, απομονωμένος

Schwer zu erreichen oder weit entfernt von Orten mit viel Aktivität 
abgelegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am abgelegensten
συγκριτικός βαθμός
abgelegener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Lage, Geografie, Verkehr
Παραδείγματα
Das Dorf ist sehr abgelegen. 

Το χωριό είναι πολύ απομακρυσμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store