die abgabe
ab
ˈap
ap
ga
ga:
ga
be
angabe

Ορισμός και σημασία του "abgabe"στα γερμανικά

01

παράδοση, μεταβίβαση

Das Übergeben von etwas an eine Person oder Stelle 
die Abgabe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Abgaben
γενική πτώση
Abgabe
Παραδείγματα
Die Abgabe der Steuererklärung ist bis 31. Juli fällig. 

Η υποβολή της φορολογικής δήλωσης πρέπει να γίνει έως τις 31 Ιουλίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store