Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abenteuerlustig
01
περιπετειώδης, τολμηρός
Die Bereitschaft oder Freude haben, ungewöhnliche, riskante oder aufregende Erfahrungen zu suchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am abenteuerlustigsten
συγκριτικός βαθμός
abenteuerlustiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Mein Bruder ist sehr abenteuerlustig und reist allein durch den Dschungel.
Ο αδερφός μου είναι πολύ περιπετειώδης και ταξιδεύει μόνος του μέσα από τη ζούγκλα.



























