Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désencombrer
01
enlever ce qui encombre pour libérer un espace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Nous devons désencombrer le garage avant le déménagement.



























