Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le kazoo
01
καζού, βουητόφωνο
petit instrument à vent qui transforme la voix en un son bourdonnant lorsqu'on chante ou parle dedans, souvent utilisé pour l'amusement ou dans la musique légère
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kazoos
Παραδείγματα
Le kazoo produit un son amusant et nasillard.
Το καζού παράγει ένα αστείο και ρινικό ήχο.
LanGeek



























