Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'échantillonneur
01
δειγματολήπτης, sampler
dispositif électronique ou logiciel permettant de capturer, manipuler et rejouer des sons enregistrés, utilisé dans la musique moderne et électronique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
échantillonneurs
Παραδείγματα
L'échantillonneur permet d'utiliser des sons enregistrés dans une composition.
Ο δειγματολήπτης επιτρέπει τη χρήση ηχογραφημένων ήχων σε μια σύνθεση.



























