la bette à carde
bette
bɛt
μπετ
à
a
α
carde
kaʁd
καρντ

Ορισμός και σημασία του "bette à carde"στα γαλλικά

La bette à carde
01

σέσκουλο, σέσκουλο Ελβετίας

variété de blette cultivée pour ses larges feuilles vertes et ses côtes épaisses, blanches ou colorées, consommées cuites 
la bette à carde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bettes à carde
Παραδείγματα
La bette à carde se cuisine souvent sautée ou en gratin. 

Το σέσκουλο μαγειρεύεται συχνά σοτέ ή γκρατέν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store