Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le besoin
01
ανάγκη,επιθυμία, احتیاج
envie ou désir ressentis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
besoins
Παραδείγματα
Il a eu le besoin de parler de ses problèmes.
Ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει για τα προβλήματά του.
02
ανάγκη, χρειάζομαι
nécessité, ce qui est indispensable
Παραδείγματα
Il a un besoin urgent d'eau.
Έχει μια επείγουσα ανάγκη για νερό.
Les besoins
01
σωματικές ανάγκες, φυσιολογικές ανάγκες
actions liées à l'élimination des déchets corporels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
besoins
Παραδείγματα
Les enfants doivent apprendre à faire leurs besoins correctement.
Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να κάνουν τις ανάγκες τους σωστά.



























