Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le besoin
[gender: masculine]
01
ανάγκη,επιθυμία, احتیاج
envie ou désir ressentis
Παραδείγματα
Nous avons tous le besoin d' être écoutés.
Όλοι έχουμε την ανάγκη να ακουστούμε.
02
ανάγκη, χρειάζομαι
nécessité, ce qui est indispensable
Παραδείγματα
Les besoins médicaux doivent être satisfaits rapidement.
Οι ιατρικές ανάγκες πρέπει να ικανοποιούνται γρήγορα.
Les besoins
[gender: plural]
01
σωματικές ανάγκες, φυσιολογικές ανάγκες
actions liées à l'élimination des déchets corporels
Παραδείγματα
Il est important de respecter la vie privée lors des besoins.
Είναι σημαντικό να σέβεται την ιδιωτικότητα κατά τη διάρκεια των αναγκών.



























