le besoin
beso
bəz
μπαζ
in
wɛ̃
ουε
besoins

Ορισμός και σημασία του "besoin"στα γαλλικά

01

ανάγκη,επιθυμία, احتیاج

envie ou désir ressentis 
le besoin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
besoins
Παραδείγματα
Il a eu le besoin de parler de ses problèmes. 

Ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει για τα προβλήματά του.

02

ανάγκη, χρειάζομαι

nécessité, ce qui est indispensable 
le besoin definition and meaning
Παραδείγματα
Il a un besoin urgent d'eau. 

Έχει μια επείγουσα ανάγκη για νερό.

les besoins
beso
bəz
μπαζ
ins
wɛ̃
ουε
besoin
01

σωματικές ανάγκες, φυσιολογικές ανάγκες

actions liées à l'élimination des déchets corporels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
besoins
Παραδείγματα
Les enfants doivent apprendre à faire leurs besoins correctement. 

Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να κάνουν τις ανάγκες τους σωστά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store