le donut
do
daw
nut
nœt
noet
camusvertuexclubizut

Ορισμός και σημασία του "donut"στα γαλλικά

01

ντόνατ, λουκουμάς

pâtisserie américaine ronde avec un trou au centre, généralement frite ou cuite au four, souvent recouverte de sucre, chocolat ou glaçage 
le donut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
donuts
Παραδείγματα
J'ai acheté un donut au chocolat pour le goûter. 

Αγόρασα ένα σοκολατένιο ντόνατ για το σνακ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store