Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grosse blind
01
μεγάλο τυφλό, μεγάλο στοίχημα τυφλό
mise forcée, généralement équivalente à la mise minimale, effectuée par le joueur à gauche de la petite blind avant la distribution des cartes, servant à initier le pot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
grosses blinds
Παραδείγματα
Le joueur a mis la grosse blind avant que la main ne commence.
Ο παίκτης έβαλε το μεγάλο blind πριν ξεκινήσει το χέρι.



























