l'appelant
appelant
apəlɑ̃
apēlaa

Ορισμός και σημασία του "appelant"στα γαλλικά

01

καλών, πρόσωπο που κάνει την κλήση

individu qui initie un appel sur un téléphone fixe, mobile ou via un service de communication 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
appelants
Παραδείγματα
L'appelant souhaite parler au service client. 

Ο καλών θέλει να μιλήσει με την εξυπηρέτηση πελατών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store