Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plein écran
01
πλήρης οθόνη, λειτουργία πλήρους οθόνης
mode d'affichage dans lequel une image, une vidéo ou une application utilise toute la surface de l'écran
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le plein écran cache les menus.
Πλήρης οθόνη κρύβει τα μενού.



























