Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chaise à bascule
01
κουνιστή καρέκλα, καρέκλα που κουνιέται
chaise montée sur des patins courbés permettant un mouvement de va-et-vient pour se balancer.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chaises à bascule
Παραδείγματα
La grand-mère se repose sur sa chaise à bascule.
Η γιαγιά ξεκουράζεται στην κουνιστή της καρέκλα.



























