Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le décapeur thermique
01
θερμικό πιστόλι, πιστόλι θερμότητας
appareil électrique qui souffle de l'air à haute température pour décaper la peinture, ramollir des matériaux ou accélérer le séchage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
décapeurs thermiques
Παραδείγματα
Il utilise un décapeur thermique pour enlever la peinture.
Χρησιμοποιεί ένα θερμικό πιστόλι για να αφαιρέσει το χρώμα.



























