Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le nez de marche
01
μύτη σκαλοπατιού, άκρη σκαλοπατιού
bord saillant situé à l'avant d'une marche d'escalier, souvent arrondi ou renforcé pour protéger la marche et améliorer l'adhérence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
nez de marche
Παραδείγματα
Le nez de marche est usé par le passage fréquent.
Η μύτη του σκαλοπατιού έχει φθαρεί από τη συχνή χρήση.



























