Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nier
01
αρνούμαι, διαψεύδω
affirmer que quelque chose n'est pas vrai ou n'a pas eu lieu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nierai
ενεστώτα μετοχή
niant
παθητική μετοχή
nié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
niions
Παραδείγματα
Il nie toutes les accusations portées contre lui.
Αρνείται όλες τις κατηγορίες που ασκούνται εναντίον του.



























